οκνηρός

επίθετο

1. Που αποφεύγει συστηματικά τον κόπο, την εργασία και τη σωματική ή πνευματική προσπάθεια.

2. Που χαρακτηρίζεται από βραδύτητα, νωχελικότητα ή έλλειψη ενεργητικότητας.

Συνώνυμα

τεμπέλης ράθυμος φυγόπονος φυγόμοχθος νωθρός ακαμάτης νωχελικός αδρανής άπραγος αργόσχολος χουζούρης απράγμων αμελής δυσκίνητος βραδυκίνητος αργός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο οκνηρός υπάλληλος απέφευγε με κάθε τέχνασμα να αναλάβει επιπλέον καθήκοντα στο γραφείο.
  • Πέρασε ένα οκνηρό κυριακάτικο απόγευμα ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ακούγοντας μουσική.
  • Η οκνηρή στάση της απέναντι στις σπουδές ανησυχούσε έντονα τους καθηγητές της.
  • Τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού, η ζωή στο χωριό κυλούσε με έναν οκνηρό και νωχελικό ρυθμό.