οξύθυμος
επίθετο1. Αυτός που εξοργίζεται εύκολα και χάνει την ψυχραιμία του με την παραμικρή αφορμή.
2. Που χαρακτηρίζεται από ευερεθιστότητα, βιαιότητα ή απότομα ξεσπάσματα θυμού.
Συνώνυμα
ευέξαπτος οργίλος αψίκορος αψίθυμος ευερέθιστος εκρηκτικός αψύς θερμόαιμος θυμώδης αψίχολος νευρικός απότομος δύστροπος παρορμητικός ανυπόμονος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι τόσο οξύθυμος που εκνευρίζεται ακόμα και με το παραμικρό πείραγμα.
- Ο οξύθυμος χαρακτήρας του τον οδηγούσε συχνά σε άσκοπες εντάσεις και συγκρούσεις.
- Παρά την οξύθυμη ιδιοσυγκρασία της, προσπαθεί πάντοτε να σκέφτεται πριν απαντήσει.
- Όταν πιέζεται από τις προθεσμίες, γίνεται ιδιαίτερα οξύθυμος με τους συνεργάτες του.