οργώνω

ρήμα

1. Ανασκάπτω και αναποδογυρίζω το χώμα με άροτρο, τρακτέρ ή άλλο εργαλείο, προετοιμάζοντας το έδαφος για σπορά.

2. (μτφ.) Διασχίζω, διατρέχω ή περιδιαβαίνω μια μεγάλη έκταση ή περιοχή πέρα ως πέρα.

Συνώνυμα

αροτριώ αυλακώνω ανασκάβω σκάβω αλωνίζω διασχίζω διατρέχω σαρώνω φρεζάρω καλλιεργώ χτενίζω τσαπίζω αναμοχλεύω ρυτιδιάζω περιδιαβαίνω

Αντώνυμα

αγραναπαύω ισοπεδώνω λειαίνω ακινητώ στρώνω αδρανώ σταματώ

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γεωργός ξύπνησε από τα χαράματα για να οργώσει το χωράφι πριν πιάσουν οι πρώτες βροχές.
  • Το παλιό σκαρί οργώνει τις ελληνικές θάλασσες για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες.
  • Ο χρόνος και οι κακουχίες όργωσαν το πρόσωπό του με βαθιές ρυτίδες.
  • Τις τελευταίες εβδομάδες οι υποψήφιοι βουλευτές οργώνουν τη χώρα απ' άκρη σ' άκρη.