ορθολογικότητα

ουσιαστικό

1. Η ιδιότητα αυτού που βασίζεται στη λογική, συμμορφώνεται με τους κανόνες του ορθού λόγου και καθοδηγείται από την κριτική σκέψη.

2. Η συστηματική και αποδοτική οργάνωση ενεργειών ή μεθόδων με σκοπό την επίτευξη ενός πρακτικού αποτελέσματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ανορθολογικότητα ανορθολογισμός παραλογικότητα παραλογισμός αλογιστία παραλογία αφροσύνη ασυναρτησία παρορμητικότητα συναισθηματισμός μυστικισμός

Παραδείγματα χρήσης

  • Η οικονομική θεωρία παραδοσιακά υποθέτει την πλήρη ορθολογικότητα των καταναλωτών στις επιλογές τους.
  • Σε περιόδους κρίσης απαιτείται ψυχραιμία και ορθολογικότητα για να αποφευχθούν καταστροφικά λάθη.
  • Πολλοί αμφισβήτησαν την ορθολογικότητα της νέας διοικητικής μεταρρύθμισης.
  • Η επιστημονική έρευνα οφείλει να διέπεται από αυστηρή ορθολογικότητα και διασταύρωση στοιχείων.