παλαβομάρα
ουσιαστικόΚατάσταση ή πράξη που χαρακτηρίζεται από παρορμητική, ασυνήθιστη ή υπερβολική συμπεριφορά και ιδέες, εκδηλώνοντας έλλειψη λογικής κρίσης ή σοβαρότητας και συχνά αντιμετωπιζόμενη με χιούμορ ή αποδοκιμασία.
Συνώνυμα
τρέλα παλαβοσύνη παλαβιά παραφροσύνη ανοησία βλακεία ηλιθιότητα χαζομάρα παράνοια τρελίτσα μανία τρελοκομείο μαλακία μωρία γελοιότητα παραλογισμός αφροσύνη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παλαβομάρα όλης της υπόθεσης δεν είχε τέλος.
- Μου ήρθε μια παλαβομάρα και έβαψα τα μαλλιά μου μπλε.
- Άφησε αυτή τη παλαβομάρα και σοβάρεψε.
- Η παλαβομάρα του χτες με έκανε να ανησυχήσω.
- Οι παλαβομάρες που λένε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με κουράζουν.