παρασκευασμένος
επίθετο1. Που έχει κατασκευαστεί, συντεθεί ή ετοιμαστεί κατάλληλα με συγκεκριμένη διαδικασία ή επεξεργασία, ιδίως για φάρμακα, χημικά προϊόντα ή τρόφιμα.
Συνώνυμα
ετοιμασμένος προπαρασκευασμένος προετοιμασμένος φτιαγμένος κατασκευασμένος συντεθειμένος επεξεργασμένος μαγειρεμένος καμωμένος έτοιμος διαμορφωμένος ρυθμισμένος εξοπλισμένος μεθοδευμένος
Αντώνυμα
απαρασκεύαστος απροετοίμαστος ανέτοιμος άφτιαχτος ακατέργαστος ανεπεξέργαστος ακατασκεύαστος αμαγείρευτος ωμός
Παραδείγματα χρήσης
- Το συγκεκριμένο φάρμακο είναι παρασκευασμένο αποκλειστικά από αγνά φυτικά εκχυλίσματα.
- Το δείπνο ήταν ήδη παρασκευασμένο και ζεστό όταν έφτασαν οι καλεσμένοι.
- Οι αθλητές ήταν κατάλληλα παρασκευασμένοι για τις αντίξοες καιρικές συνθήκες του αγώνα.
- Πρόκειται για ένα βιομηχανικά παρασκευασμένο τρόφιμο με υψηλή περιεκτικότητα σε συντηρητικά.