μαγειρεμένος
επίθετο1. Που έχει υποστεί θερμική επεξεργασία (ψήσιμο, βράσιμο κ.ά.) ώστε να καταστεί κατάλληλος για κατανάλωση.
2. (Μεταφορικά) Που έχει διαμορφωθεί, παραποιηθεί ή προσχεδιαστεί με δόλιο τρόπο στο παρασκήνιο ώστε να εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα.
Συνώνυμα
στημένος ψημένος παρασκευασμένος σκαρωμένος παραποιημένος χαλκευμένος σκηνοθετημένος ετοιμασμένος προσχεδιασμένος φτιαγμένος βρασμένος ψητός νοθευμένος κανονισμένος μηχανευμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προτιμά να τρώει ωμά λαχανικά αντί για μαγειρεμένα.
- Το κρέας ήταν τόσο καλά μαγειρεμένο που έλιωνε στο στόμα.
- Όλοι κατάλαβαν αμέσως ότι ο διαγωνισμός ήταν μαγειρεμένος από την αρχή.
- Τα οικονομικά στοιχεία του ισολογισμού φάνηκαν ύποπτα και έντονα μαγειρεμένα.