άψητος
επίθετο1. Που δεν έχει υποστεί ψήσιμο στη φωτιά ή στον φούρνο, που παραμένει ωμός.
2. (μεταφορικά) Που στερείται πείρας και τριβής με τη ζωή ή κάποιο επάγγελμα, που δεν έχει δοκιμαστεί σε δυσκολίες.
Συνώνυμα
ωμός άβγαλτος άπειρος αμάθητος αδοκίμαστος πρωτόπειρος αγύμναστος αμαγείρευτος πρωτάρης ανώριμος άμαθος αμύητος ανεκπαίδευτος νωπός απαίδευτος μισοψημένος χλωρός
Αντώνυμα
ψημένος έμπειρος δοκιμασμένος πεπειραμένος καλοψημένος μπαρουτοκαπνισμένος μαθημένος ώριμος μαγειρεμένος μυημένος ξεροψημένος παλιός
Παραδείγματα χρήσης
- Το κέικ βγήκε άψητο στο κέντρο επειδή βιάστηκες να το βγάλεις από τον φούρνο.
- Είναι ακόμα άψητος στη δουλειά και χρειάζεται καθοδήγηση στα δύσκολα περιστατικά.
- Μην τρως τη ζύμη όσο είναι άψητη, μπορεί να σου προκαλέσει στομαχόπονο.
- Η σκληρή καθημερινότητα δεν συγχωρεί τους άψητους ανθρώπους.