παραχαραγμένος
επίθετο1. Αυτός που έχει πλαστογραφηθεί ή κατασκευαστεί παράνομα, ιδίως για νόμισμα, χαρτονόμισμα ή επίσημο έγγραφο.
2. Αυτός που έχει αλλοιωθεί, παραποιηθεί ή διαστρεβλωθεί σκόπιμα, ώστε να παραπλανά ως προς την πραγματική του φύση ή την αλήθεια.
Συνώνυμα
πλαστός πλαστογραφημένος κίβδηλος κάλπικος παραποιημένος νοθευμένος αλλοιωμένος διαστρεβλωμένος ψεύτικος επίπλαστος ψευδεπίγραφος πειραγμένος φτιαχτός παραλλαγμένος μαϊμού μούφα
Αντώνυμα
γνήσιος αυθεντικός ανόθευτος αληθινός πραγματικός αδιαστρέβλωτος αναλλοίωτος απείρακτος αδιάβλητος έγκυρος
Παραδείγματα χρήσης
- Βρέθηκαν στην κατοχή του κυκλώματος χιλιάδες παραχαραγμένα χαρτονομίσματα των πενήντα ευρώ.
- Η ιστορική πραγματικότητα παρουσιάστηκε παραχαραγμένη από τα κρατικά μέσα προπαγάνδας.
- Το σπάνιο αρχαίο νόμισμα αποδείχθηκε τελικά επιδέξια παραχαραγμένο.
- Επιχείρησε να περάσει τα σύνορα χρησιμοποιώντας ένα παραχαραγμένο διαβατήριο.