μούφα
ουσιαστικό1. Κυλινδρικό μεταλλικό ή πλαστικό εξάρτημα που χρησιμοποιείται για την ένωση δύο σωλήνων ή καλωδίων.
2. (αργκό) Αντικείμενο που αποτελεί απομίμηση, πλαστό, κάλπικο ή πολύ κακής ποιότητας προϊόν.
3. (αργκό) Ψευδής κατάσταση, απάτη, αποτυχία ή φιάσκο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αγόρασε μια ακριβή μάρκα ρολογιού που τελικά αποδείχτηκε σκέτη μούφα.
- Ο υδραυλικός άλλαξε τη μούφα για να σταματήσει η διαρροή στους σωλήνες του μπάνιου.
- Η ταινία που όλοι εκθείαζαν ήταν τελικά μεγάλη μούφα και χάσαμε τον χρόνο μας.
- Μην πάρεις παπούτσια από εκείνο το μαγαζί, πουλάνε μόνο μούφες.