παρευρισκόμενος

επίθετο

1. Αυτός που βρίσκεται ή παρίσταται σε έναν συγκεκριμένο τόπο, σε μια εκδήλωση, συγκέντρωση ή τελετή.

2. (ως ουσιαστικό) Κάθε πρόσωπο που μετέχει, παρακολουθεί ή είναι μάρτυρας ενός γεγονότος ή μιας συνάθροισης.

Συνώνυμα

παρών παριστάμενος παραβρισκόμενος συνευρισκόμενος συμμετέχων προσελθών παρακολουθών παρευρεθείς συμμέτοχος προσκεκλημένος καλεσμένος θεατής ακροατής αυτόπτης συνδαιτυμόνας

Αντώνυμα

απών απουσιάζων απολειπόμενος αμέτοχος αποχωρήσας απομακρυσμένος

Παραδείγματα χρήσης

  • Όλοι οι παρευρισκόμενοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα μόλις ολοκληρώθηκε η ομιλία.
  • Ο δήμαρχος χαιρέτησε έναν προς έναν τους παρευρισκόμενους στα εγκαίνια της βιβλιοθήκης.
  • Μοιράστηκαν αναμνηστικά δώρα σε κάθε παρευρισκόμενο της επετειακής εκδήλωσης.
  • Έντονη συγκίνηση επικράτησε ανάμεσα στις παρευρισκόμενες κατά τη διάρκεια της τελετής αποφοίτησης.