προσκεκλημένος

ουσιαστικό

1. Αυτός που έχει λάβει πρόσκληση να παραστεί σε δεξίωση, εορτή, επίσημη εκδήλωση ή συνάντηση· καλεσμένος.

2. (Ως επίθετο) Που έχει λάβει επίσημη ή ανεπίσημη πρόσκληση για να συμμετάσχει σε κάτι.

Συνώνυμα

καλεσμένος προσκληθείς φιλοξενούμενος μουσαφίρης συνδαιτυμόνας ομοτράπεζος επισκέπτης κληθείς παρευρισκόμενος παριστάμενος συμμετέχων παρακαθήμενος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο επίσημος προσκεκλημένος του συνεδρίου εκφώνησε την εναρκτήρια ομιλία.
  • Οι προσκεκλημένοι άρχισαν να καταφθάνουν στον χώρο της δεξίωσης λίγο μετά τις οκτώ.
  • Ήταν ο μοναδικός προσκεκλημένος που δεν φορούσε επίσημο ένδυμα.
  • Ο υπουργός ευχαρίστησε θερμά όλους τους προσκεκλημένους για την παρουσία τους.