οικοδεσπότης

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που υποδέχεται, φιλοξενεί και περιποιείται επισκέπτες στο σπίτι του ή σε δεξίωση.

2. Ο κύριος, ιδιοκτήτης ή κεφαλή του σπιτιού.

3. Πρόσωπο ή φορέας που διοργανώνει, συντονίζει ή παρουσιάζει εκδήλωση, συνέδριο ή τηλεοπτική εκπομπή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο οικοδεσπότης μάς υποδέχτηκε στην είσοδο με ένα θερμό χαμόγελο.
  • Ως άψογοι οικοδεσπότες, φρόντισαν να μη λείψει τίποτα από το εορταστικό τραπέζι.
  • Η πόλη μας επιλέχθηκε να είναι ο επίσημος οικοδεσπότης της διεθνούς διάσκεψης.
  • Ο γνωστός δημοσιογράφος ανέλαβε τον ρόλο του οικοδεσπότη στο νέο βραδινό τηλεοπτικό σόου.