απρόσκλητος
επίθετο1. Αυτός που παρευρίσκεται ή έρχεται κάπου χωρίς να έχει λάβει σχετική πρόσκληση.
2. Αυτός ή αυτό που εμφανίζεται, προκύπτει ή εκδηλώνεται αιφνιδιαστικά, ανεπιθύμητα ή χωρίς προειδοποίηση.
Συνώνυμα
ακάλεστος αυτόκλητος παρείσακτος ανεπιθύμητος ανεπιζήτητος απροσδόκητος απρόσμενος ουρανοκατέβατος αιφνίδιος απρόβλεπτος ξαφνικός ξεκάρφωτος
Αντώνυμα
προσκεκλημένος καλεσμένος προσκαλεσμένος ευπρόσδεκτος καλοδεχούμενος επιθυμητός επιζήτητος αναμενόμενος προσδοκώμενος
Παραδείγματα χρήσης
- Εμφανίστηκε απρόσκλητος στη δεξίωση και προκάλεσε μεγάλη αμηχανία στους οικοδεσπότες.
- Μια απρόσκλητη μελαγχολία τον κυρίευσε ξαφνικά μέσα στη γιορτινή ατμόσφαιρα.
- Δεν συνηθίζω να πηγαίνω πουθενά απρόσκλητος, προτιμώ να ξέρω ότι με περιμένουν.
- Η δυνατή νεροποντή στάθηκε ένας απρόσκλητος επισκέπτης που χάλασε τα σχέδια της εκδρομής.