ξαφνικός
επίθετο1. Που συμβαίνει, εκδηλώνεται ή εμφανίζεται απότομα, χωρίς προηγούμενη ένδειξη ή προειδοποίηση.
2. Που δεν ήταν αναμενόμενος ή προβλέψιμος.
Συνώνυμα
αιφνίδιος απροσδόκητος αναπάντεχος απρόοπτος αιφνιδιαστικός απροειδοποίητος απρόβλεπτος απότομος αδόκητος ακαριαίος αστραπιαίος κεραυνοβόλος ανέλπιστος αυθόρμητος
Αντώνυμα
αναμενόμενος προβλέψιμος προσδοκώμενος σταδιακός βαθμιαίος προμελετημένος προσχεδιασμένος προετοιμασμένος ομαλός προδιαγεγραμμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ξαφνικός θάνατος του ηθοποιού βύθισε στο πένθος τον καλλιτεχνικό κόσμο.
- Μια ξαφνική καταιγίδα μας ανάγκασε να διακόψουμε την εκδρομή και να επιστρέψουμε.
- Η ξαφνική αλλαγή στη διάθεσή της παραξένεψε τους πάντες στην παρέα.
- Ο οδηγός έκανε έναν ξαφνικό ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση με το αδέσποτο σκυλί.