ανέλπιστος
επίθετο1. Που συμβαίνει ή επιτυγχάνεται χωρίς να υπάρχει προηγούμενη ελπίδα, πρόβλεψη ή προσδοκία, συνήθως με θετική και ευχάριστη έκβαση.
2. (λόγιο/σπάνιο) Για τον οποίο δεν υπάρχει καμία ελπίδα σωτηρίας ή βελτίωσης· απελπιστικός.
Συνώνυμα
απροσδόκητος απρόσμενος αναπάντεχος άελπτος αδόκητος απρόβλεπτος απρόοπτος αιφνίδιος ουρανοκατέβατος ξαφνικός ανέλπιδος απίθανος απίστευτος θαυματουργός
Αντώνυμα
αναμενόμενος προσδοκώμενος περιμενόμενος προσδοκητός προβλέψιμος προβλεπόμενος δεδομένος επόμενος φυσικός σίγουρος βέβαιος
Παραδείγματα χρήσης
- Η πρόκρισή μας στον τελικό ήταν μια ανέλπιστη επιτυχία που πανηγυρίστηκε έξαλλα.
- Μας πρόσφερε μια ανέλπιστη βοήθεια τη στιγμή που είχαμε πια παραιτηθεί.
- Η ξαφνική κληρονομιά αποδείχθηκε ένα ανέλπιστο δώρο για την οικογένειά του.
- Παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, η πορεία της υγείας του σημείωσε ανέλπιστη βελτίωση.