απρόσμενος
επίθετοΠου δεν αναμενόταν ή δεν είχε προβλεφθεί, εμφανίζεται χωρίς προειδοποίηση και μπορεί να προκαλεί έκπληξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απρόσμενη επίσκεψη του φίλου της την εξέπληξε ευχάριστα.
- Το αποτέλεσμα της δοκιμής ήταν απρόσμενο και απαιτεί περαιτέρω έρευνα.
- Ο απρόσμενος επισκέπτης εμφανίστηκε χωρίς προειδοποίηση.
- Η ανακοίνωση δημιούργησε απρόσμενες ευκαιρίες για την εταιρεία.
- Αντιμετωπίσαμε απρόσμενες δυσκολίες στο ταξίδι εξαιτίας της κακοκαιρίας.