παρωδία
ουσιαστικό1. Έργο λόγου, τέχνης ή θεάματος που μιμείται ένα άλλο με τρόπο κωμικό, υπερβολικό ή σατιρικό, με σκοπό τη διασκέδαση ή τη χλεύη.
Συνώνυμα
διακωμώδηση σάτιρα καρικατούρα κακέκτυπο φάρσα κοροϊδία γελοιότητα εμπαιγμός απομίμηση παραποίηση ιλαροτραγωδία καραγκιοζιλίκι μασκαραλίκι σκώμμα χλεύη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η καινούργια ταινία είναι μια ξεκαρδιστική παρωδία των κλασικών κατασκοπευτικών θρίλερ.
- Η εκλογική διαδικασία κατέληξε να είναι μια κακόγουστη παρωδία δημοκρατίας.
- Στο σχολικό θέατρο ανέβασαν μια πετυχημένη παρωδία της αρχαίας τραγωδίας.
- Οι δικηγόροι κατήγγειλαν ότι η ανάκριση μετατράπηκε σε παρωδία δικαιοσύνης.