περηφάνια
ουσιαστικό1. Βαθύ αίσθημα ικανοποίησης, αυτοεκτίμησης και αξιοπρέπειας για τα επιτεύγματα, τις αρετές ή τις επιτυχίες του εαυτού ή προσφιλών προσώπων.
Συνώνυμα
υπερηφάνεια καμάρι έπαρση αγερωχία αξιοπρέπεια αλαζονεία υπεροψία οίηση καύχημα κομπασμός καύχηση υπερφιαλότητα υψηλοφροσύνη αυταρέσκεια αυτοεκτίμηση λεβεντιά
Αντώνυμα
ταπεινοφροσύνη ταπεινότητα ντροπή ταπείνωση μετριοφροσύνη εξευτελισμός αναξιοπρέπεια καταισχύνη δουλικότητα ευτέλεια
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσε απέραντη περηφάνια βλέποντας το παιδί της να παραλαμβάνει το πτυχίο του.
- Η υπερβολική του περηφάνια δεν του επέτρεπε να παραδεχτεί το σφάλμα του και να ζητήσει συγγνώμη.
- Πληγώθηκε βαριά η περηφάνια της όταν απορρίφθηκε η αίτησή της χωρίς καμία αιτιολόγηση.
- Βάδισε με το κεφάλι ψηλά, δείχνοντας την περηφάνια που αρμόζει σε κάποιον που αγωνίστηκε έντιμα.