περιεκτικός
επίθετο1. Που περιέχει μεγάλο ποσοστό ή μεγάλη ποσότητα κάποιου συστατικού ή στοιχείου σε σχέση με το σύνολο.
2. Που μεταφέρει ή περιλαμβάνει μεγάλο όγκο πληροφοριών, εννοιών ή περιεχομένων σε συμπαγή, πυκνή μορφή.
Συνώνυμα
συμπυκνωμένος συμπυκνωτικός συγκεντρωμένος συνοπτικός επιγραμματικός πυκνός πυκνογραμμένος ουσιαστικός συμπαγής πλήρης λακωνικός σύντομος πλούσιος ολοκληρωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο περιεκτικός οδηγός συμπυκνώνει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σε λίγες σελίδες.
- Ο περιεκτικός λόγος του καθηγητή κάλυψε όλη την ύλη του μαθήματος.
- Ο περιεκτικός τίτλος του άρθρου αποκαλύπτει το θέμα χωρίς περιττές λέξεις.
- Ο περιεκτικός ορός του δείγματος παρουσίασε υψηλή συγκέντρωση πρωτεϊνών.
- Ο περιεκτικός πίνακας περιλαμβάνει όλα τα δεδομένα και επιτρέπει εύκολη σύγκριση.