πικάντικος

επίθετο

1. Που περιέχει έντονα μπαχαρικά, καρυκεύματα ή καυστικές ουσίες, προκαλώντας δριμεία και διεγερτική γεύση στον ουρανίσκο.

2. Που έχει ελαφρώς τολμηρό, σκανδαλώδη ή ερωτικό χαρακτήρα και εξάπτει την περιέργεια ή το ενδιαφέρον.

Συνώνυμα

πιπεράτος καυτερός γαργαλιστικός καρυκευμένος αψύς δριμύς τολμηρός ερεθιστικός σκανδαλώδης πονηρός έντονος καυτός ζουμερός σόκιν αλμυρός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μεξικάνικη κουζίνα φημίζεται για τα ιδιαίτερα πικάντικα πιάτα της.
  • Έριξε λίγη πικάντικη σάλτσα στο κρέας για να γίνει πιο νόστιμο.
  • Στην παρέα κυκλοφόρησαν μερικές πικάντικες λεπτομέρειες για τη ζωή του διάσημου τραγουδιστή.
  • Το περιοδικό δημοσίευσε μια πικάντικη συνέντευξη γεμάτη αποκαλύψεις.