προβληματίζομαι
ρήμα1. Μπαίνω σε διαδικασία έντονης σκέψης ή αναζήτησης απαντήσεων γύρω από ένα δύσκολο ζήτημα.
2. Αισθάνομαι ανησυχία, ανασφάλεια ή στενοχώρια για μια κατάσταση.
3. Διστάζω ή διακατέχομαι από αμφιβολίες σχετικά με κάποια επιλογή ή απόφαση.
Συνώνυμα
ανησυχώ συλλογίζομαι βασανίζομαι σκοτίζομαι πονοκεφαλιάζω πελαγώνω παιδεύομαι αμφιβάλλω θορυβούμαι αναρωτιέμαι σπαζοκεφαλιάζω διστάζω σκέφτομαι απορώ ταράζομαι εμβαθύνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προβληματίζομαι έντονα για το αν πρέπει να αποδεχτώ τη νέα επαγγελματική πρόταση.
- Η ξαφνική αλλαγή στη συμπεριφορά του έκανε τους δασκάλους του να προβληματίζονται σοβαρά.
- Όταν προβληματίστηκε σχετικά με το κόστος του έργου, ζήτησε τη γνώμη ενός ειδικού.
- Αντί να προβληματίζεσαι διαρκώς για το μέλλον, προσπάθησε να επικεντρωθείς στο παρόν.