ρούχα

ουσιαστικό

1. Υφασμάτινα ή δερμάτινα αντικείμενα που φοριούνται στο σώμα για προστασία, κάλυψη ή καλλωπισμό.

2. Υφάσματα οικιακής χρήσης, κλινοσκεπάσματα ή είδη που προορίζονται για πλύσιμο.

Συνώνυμα

ενδύματα ρουχισμός ιματισμός ενδυμασία φορέματα ντύσιμο φορεσιά αμφίεση περιβολή αλλαξιές στολή μπουγάδα τσόλια ράκη κουρέλια στρωσίδια σκεπάσματα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Άπλωσε τα ρούχα στο μπαλκόνι για να στεγνώσουν στον ήλιο.
  • Αγόρασε καινούργια χειμωνιάτικα ρούχα για τις διακοπές στο βουνό.
  • Τα ρούχα της δουλειάς είχαν λερωθεί με γράσο και μπογιές.
  • Μάζεψε τα ρούχα σου σε μια βαλίτσα και ετοιμάσου για το ταξίδι.