σάρωμα

ουσιαστικό

1. Καθαρισμός επιφάνειας με σκούπα ή ανάλογο εργαλείο· σκούπισμα.

2. Βίαιη παράσυρση, καταστροφή ή ολοκληρωτικός αφανισμός από φυσικό φαινόμενο ή άλλη δύναμη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το καθημερινό σάρωμα της αυλής κρατάει τον χώρο καθαρό από τα ξερά φύλλα.
  • Το καταστροφικό σάρωμα της παράκτιας ζώνης από το τσουνάμι άφησε πίσω του ανυπολόγιστες ζημιές.
  • Το σάρωμα του υπολογιστή από το πρόγραμμα προστασίας δεν εντόπισε κανέναν ιό.
  • Η επικράτηση του κόμματος στις εκλογές θεωρήθηκε πλήρες σάρωμα των αντιπάλων του.