καθαρισμός

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή ενέργεια αφαίρεσης ρύπων, βρωμιάς ή ανεπιθύμητων ουσιών από αντικείμενα, επιφάνειες ή χώρους, με σκοπό την αποκατάσταση της καθαριότητας και της υγιεινής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθαρισμός του σπιτιού θα γίνει αύριο το πρωί.
  • Ο καθαρισμός των δοντιών από τον οδοντίατρο ήταν ανώδυνος.
  • Ο καθαρισμός των δεδομένων έκανε το μοντέλο πιο αξιόπιστο.
  • Ο καθαρισμός της πισίνας γίνεται κάθε Παρασκευή.
  • Ο καθαρισμός του δρόμου μετά τη συναυλία κράτησε ώρες.