αποστείρωση
ουσιαστικό1. Πλήρης εξόντωση ή απομάκρυνση κάθε είδους μικροοργανισμού από αντικείμενο, ουσία ή επιφάνεια με φυσικές ή χημικές μεθόδους.
2. Ιατρική διαδικασία ή επέμβαση που καθιστά έναν οργανισμό ανίκανο για τεκνοποίηση ή αναπαραγωγή.
Συνώνυμα
στείρωση απομικροβιοποίηση απολύμανση ασηψία αντισηψία ευνουχισμός κάθαρση καθαρισμός παστερίωση ξηρότητα νέκρωση εξαγνισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πριν από κάθε χειρουργική επέμβαση, η αποστείρωση των εργαλείων σε αυτόκαυστο κλίβανο είναι απολύτως απαραίτητη.
- Η μητέρα έβαλε τα μπιμπερό στη συσκευή για αποστείρωση πριν ταΐσει το μωρό.
- Η υπερβολική προσκόλληση στους κανόνες οδήγησε στην πνευματική αποστείρωση του εκπαιδευτικού συστήματος.
- Μετά την αποστείρωση, η αδέσποτη γάτα επανεντάχθηκε με ασφάλεια στη γειτονιά.