φρεσκάρισμα
ουσιαστικό1. Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του να γίνεται κάτι ξανά δροσερό, καθαρό ή ζωηρό.
2. Ελαφριά επιδιόρθωση, καθαρισμός ή επιφανειακό βάψιμο για ανανέωση της όψης ενός αντικειμένου ή χώρου.
Συνώνυμα
ανανέωση δρόσισμα αναζωογόνηση ρετουσάρισμα σουλούπωμα ξαναβάψιμο μερεμέτισμα ξεσκόνισμα ανακαίνιση τόνωση καλλωπισμός επιδιόρθωση περιποίηση ανάπλαση καθάρισμα αναπαλαίωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σαλόνι χρειάζεται επειγόντως ένα φρεσκάρισμα με λίγο λευκό χρώμα στους τοίχους.
- Ένα γρήγορο φρεσκάρισμα των ιταλικών μου ήταν απαραίτητο πριν από το επαγγελματικό ταξίδι στη Ρώμη.
- Μετά από τόσες ώρες ταξιδιού με το αυτοκίνητο, ένα κρύο ντους ήταν το καλύτερο φρεσκάρισμα.
- Τα παλιά παντζούρια του εξοχικού θέλουν ένα γερό φρεσκάρισμα πριν από το καλοκαίρι.