σαπίζω
ρήμα1. Υφίσταμαι σήψη ή αποσύνθεση υπό την επίδραση μικροοργανισμών ή υγρασίας.
2. Καταστρέφομαι ή αλλοιώνομαι σταδιακά από την πολυκαιρία και τη φθορά.
3. (Μεταφορικά) Παραμένω για μεγάλο χρονικό διάστημα άπραγος, αδρανής ή έγκλειστος σε έναν χώρο.
Συνώνυμα
σήπομαι αποσυντίθεμαι χαλάω μουχλιάζω φθείρομαι αποσαθρώνομαι διαφθείρομαι εκφυλίζομαι λιμνάζω τελματώνω αδρανώ μαραζώνω καταστρέφομαι δέρνω ξυλοκοπώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Άφησες τα φρούτα εκτός ψυγείου με τέτοιο καύσωνα και άρχισαν να σαπίζουν.
- Από την πολλή υγρασία τα παλιά ξύλινα πατώματα έχουν σαπίσει εντελώς.
- Δεν γίνεται να σαπίζεις όλη μέρα στον καναπέ, σήκω να κάνεις κάτι δημιουργικό.
- Ένα πολιτικό σύστημα που βασίζεται στη συναλλαγή μοιραία σαπίζει από μέσα.
- Τον έπιασαν στα σκοτεινά και τον σάπισαν στο ξύλο χωρίς κανέναν προφανή λόγο.