ξυλοκοπώ

ρήμα

1. Δέρνω κάποιον άγρια και κατ' επανάληψη με ραβδί, ξύλο ή με τα χέρια, προκαλώντας σωματικές βλάβες.

2. Κόβω ή πελεκώ δέντρα και κορμούς στο δάσος· υλοτομώ.

Συνώνυμα

ξυλοφορτώνω δέρνω ραβδίζω γρονθοκοπώ χειροδικώ τουλουμιάζω σακατεύω καταχεριάζω μωλωπίζω κακοποιώ χτυπώ τσακίζω μαυρίζω μαστιγώνω σφαλιαρίζω υλοτομώ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο άτυχος άνδρας κατήγγειλε ότι τον ξυλοκόπησαν άγνωστοι έξω από το γήπεδο.
  • Οι ληστές εισέβαλαν στο σπίτι και ξυλοκόπησαν τον ιδιοκτήτη για να τους αποκαλύψει πού έκρυβε τα χρήματα.
  • Αντί να λύσουν τις διαφορές τους με διάλογο, άρχισαν να ξυλοκοπούνται στη μέση του δρόμου.
  • Η αστυνομία συνέλαβε δύο άτομα που κατηγορούνται ότι ξυλοκοπούσαν συστηματικά τους γείτονές τους.