μαστιγώνω

ρήμα

1. Χτυπώ κάποιον ή κάτι με μάστιγιο, βούρδουλα ή λουρί ως ποινή, βασανιστήριο ή μέσο υποταγής.

2. (Για φυσικά φαινόμενα) Προσπίπτω ή χτυπώ με μεγάλη σφοδρότητα και ορμή.

Συνώνυμα

μαστιγίζω βουρδουλίζω καυτηριάζω στηλιτεύω βασανίζω ταλανίζω δέρνω χτυπώ τυραννώ επικρίνω κατακρίνω ραβδίζω πλήττω ταλαιπωρώ ξυλοκοπώ σαρώνω καταχερίζω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι δεσμοφύλακες μαστίγωναν ανελέητα τους αιχμαλώτους για να τους εξαναγκάσουν σε ομολογία.
  • Ο δυνατός άνεμος και το χαλάζι μαστίγωναν τα παράθυρα του σπιτιού όλη τη νύχτα.
  • Ο σατιρικός ποιητής μαστίγωνε με τους στίχους του την υποκρισία της υψηλής κοινωνίας.
  • Η οικονομική κρίση και η ανεργία μαστιγώνουν τα λαϊκά στρώματα εδώ και χρόνια.