σθεναρότητα
ουσιαστικόΗ σταθερή και αποφασιστική στάση ή συμπεριφορά με την οποία κάποιος αντιμετωπίζει δυσκολίες, πιέσεις ή αντιξοότητες.
Συνώνυμα
αποφασιστικότητα τόλμη αντοχή επιμονή πείσμα αγωνιστικότητα ανθεκτικότητα αντίσταση σθένος υπομονή δύναμη σταθερότητα ψυχραιμία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σθεναρότητα με την οποία υπερασπίστηκε τις απόψεις του εντυπωσίασε όλους.
- Χάρη στη σθεναρότητα της στάσης τους, δεν υποχώρησαν στις πιέσεις.
- Η ψυχική του σθεναρότητα τον βοήθησε να ξεπεράσει τις δυσκολίες.
- Η σθεναρότητα με την οποία αντιμετώπισε την ασθένεια ήταν αξιοθαύμαστη.
- Απέδειξε σθεναρότητα και αποφασιστικότητα σε όλη τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης.