σπάζομαι

ρήμα

1. (καθομιλουμένη/αργκό) Εκνευρίζομαι, εξοργίζομαι ή ενοχλούμαι έντονα από κάποιον ή κάτι.

2. (καθομιλουμένη) Απογοητεύομαι, χάνω το κέφι μου, ξενερώνω.

3. Παθαίνω θραύση, καταστρέφομαι σε κομμάτια ή υφίσταμαι κάταγμα/ρήξη.

Συνώνυμα

τσαντίζομαι εκνευρίζομαι χαλιέμαι θρυμματίζομαι κομματιάζομαι συγχύζομαι εξοργίζομαι ενοχλούμαι ξενερώνω θυμώνω διαλύομαι ξεθεώνομαι αγανακτώ ραγίζω ζορίζομαι κουράζομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σπάστηκα πάρα πολύ με την αγένεια και την ειρωνεία του.
  • Μην του μιλάς τώρα, σπάζεται εύκολα όταν είναι κουρασμένος.
  • Το κρυστάλλινο βάζο έπεσε στο πάτωμα και σπάστηκε σε χίλια κομμάτια.
  • Σπάστηκα όλη μέρα να κουβαλάω κούτες για τη μετακόμιση.