στυγνός

επίθετο

1. Που χαρακτηρίζεται από υπερβολική σκληρότητα, απανθρωπιά και παντελή έλλειψη οίκτου ή συναισθημάτων.

2. Που εκδηλώνεται με απόλυτη ωμότητα, κυνισμό και χωρίς καμία αναστολή ή προσποίηση.

3. (λόγιο) Σκυθρωπός, βλοσυρός και απειλητικός στην όψη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πρόκειται για έναν στυγνό εγκληματία που δεν έδειξε το παραμικρό ίχνος μεταμέλειας στο δικαστήριο.
  • Τα συνδικάτα κατήγγειλαν τη στυγνή εκμετάλλευση των εργαζομένων από την εργοδοσία.
  • Αντίκρισε το στυγνό και απειλητικό βλέμμα του φρουρού και προτίμησε να μην μιλήσει.
  • Η απόφαση για τις απολύσεις πάρθηκε με βάση τους στυγνούς αριθμούς και τα οικονομικά συμφέροντα της επιχείρησης.