κυνικός

επίθετο

1. Αυτός που περιφρονεί απροκάλυπτα και προκλητικά τις ηθικές αξίες, τις κοινωνικές συμβάσεις και τα συναισθήματα των άλλων· ωμός, ανάλγητος.

2. Αυτός που διακρίνεται από βαθιά δυσπιστία απέναντι στην ανιδιοτέλεια και τα ευγενή κίνητρα των ανθρώπων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ευαίσθητος ρομαντικός ιδεαλιστής ιδεαλιστικός συμπονετικός καλοπροαίρετος ευγενής σεμνός αλτρουιστικός εύπιστος αφελής

Παραδείγματα χρήσης

  • Αντιμετώπισε την απόλυση των συναδέλφων του με έναν κυνικό τρόπο που εξόργισε τους πάντες.
  • Το κυνικό του χαμόγελο μαρτυρούσε πως δεν πίστευε καθόλου στην καλή πρόθεση της επιτροπής.
  • Ήταν τόσο κυνική η απάντησή της, που κανείς δεν βρήκε το θάρρος να συνεχίσει τη συζήτηση.
  • Οι κυνικοί φιλόσοφοι πρέσβευαν την αυτάρκεια, την απόρριψη των περιττών ανέσεων και την επιστροφή στη φύση.