συμμετοχικός
επίθετο1. Που βασίζεται στην ενεργό ανάμειξη, σύμπραξη και συνεισφορά πολλών ατόμων σε μια δραστηριότητα, διαδικασία ή λήψη αποφάσεων.
2. Που αναφέρεται ή σχετίζεται με την κατοχή μεριδίου ή συμμετοχής σε επιχείρηση, κεφάλαιο ή επένδυση.
Συνώνυμα
συνεργατικός συλλογικός ομαδικός διαβουλευτικός συνεταιρικός συμπρακτικός συνδιαμορφωτικός διαδραστικός δημοκρατικός κοινοτικός κοινός συνεργειακός συνεισφορικός ενταξιακός
Αντώνυμα
συγκεντρωτικός αποκλειστικός μονομερής αυταρχικός ατομικός ατομικιστικός εξουσιαστικός ηγεμονικός απολυταρχικός
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμμετοχική δημοκρατία ενθαρρύνει τους πολίτες να λαμβάνουν ενεργό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων.
- Εφαρμόσαμε ένα συμμετοχικό μοντέλο διοίκησης, ώστε όλοι οι υπάλληλοι να συνδιαμορφώνουν τους στόχους της εταιρείας.
- Ο συμμετοχικός σχεδιασμός του πάρκου βασίστηκε στις ανάγκες και τις προτάσεις των κατοίκων της γειτονιάς.
- Στο πανεπιστήμιο προτιμώνται πλέον οι συμμετοχικές μέθοδοι διδασκαλίας έναντι της μονόπλευρης παράδοσης.