αυταρχικός

επίθετο

1. Που ασκεί ή επιβάλλει αυστηρό, συγκεντρωτικό έλεγχο και απαιτεί ανεπιφύλακτη υπακοή, με περιορισμένη ανοχή στη διαφωνία ή την κριτική.

Συνώνυμα

δεσποτικός τυραννικός δικτατορικός απολυταρχικός καταπιεστικός ολοκληρωτικός δεσποτοκρατικός επιβολικός αυστηρός σκληρός χειριστικός καθεστωτικός απόλυτος αυθαίρετος εκφοβιστικός αλαζονικός αυθάδης μονομερής

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο διευθυντής είναι αυταρχικός και δεν δέχεται καμία αντίρρηση.
  • Ο πατέρας της οικογένειας είναι αυταρχικός στην ανατροφή των παιδιών.
  • Ο ηγέτης του κόμματος θεωρείται αυταρχικός από τους πολιτικούς του αντιπάλους.
  • Ο προπονητής της ομάδας ήταν αυταρχικός κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας.
  • Ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο είναι αυταρχικός και δεν επιτρέπει συζητήσεις στην αίθουσα.
  • Ο νόμος που ψηφίστηκε είναι αυταρχικός και περιορίζει τις ελευθερίες των πολιτών.