καταπιεστικός

επίθετο

1. Αυτός που ασκεί αυθαίρετο εξαναγκασμό, περιορισμό δικαιωμάτων ή τυραννική εξουσία.

2. Αυτός που προκαλεί ψυχική δυσφορία, αίσθημα ασφυξίας ή έντονο περιορισμό της ατομικότητας.

Συνώνυμα

τυραννικός δεσποτικός δυναστευτικός αυταρχικός πιεστικός ασφυκτικός αποπνικτικός πνιγηρός εξαναγκαστικός ανελεύθερος ολοκληρωτικός σκληρός αδυσώπητος αφόρητος βασανιστικός στερητικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το καταπιεστικό καθεστώς απαγόρευσε κάθε μορφή δημόσιας διαμαρτυρίας και ελευθερίας του λόγου.
  • Μεγάλωσε σε ένα υπερβολικά καταπιεστικό οικογενειακό περιβάλλον που δεν του επέτρεπε πρωτοβουλίες.
  • Η καταπιεστική συμπεριφορά του εργοδότη ανάγκασε πολλούς υπαλλήλους να υποβάλουν παραίτηση.
  • Το καλοκαίρι στην τσιμεντούπολη η ζέστη γίνεται αφόρητα καταπιεστική.