ασφυκτικός
επίθετο1. Που προκαλεί αποπνιξία ή δυσκολία στην αναπνοή εξαιτίας έλλειψης αέρα ή κακής ποιότητας της ατμόσφαιρας.
2. Που προκαλεί έντονο αίσθημα ψυχικής πίεσης, καταπίεσης ή δυσφορίας.
Συνώνυμα
πνιγηρός αποπνικτικός πνικτικός πιεστικός καταπιεστικός στενάχωρος αφόρητος ανυπόφορος αβάσταχτος δυσβάστακτος βαρύς καταθλιπτικός ανελαστικός περιοριστικός στενός συνωστισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ατμόσφαιρα στην κλειστή αίθουσα είχε γίνει ασφυκτική από τον καπνό και την πολυκοσμία.
- Οι υπάλληλοι αναγκάζονταν να δουλεύουν κάτω από ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα παράδοσης του έργου.
- Το μετρό ήταν γεμάτο σε βαθμό ασφυκτικό, με αποτέλεσμα να μην μπορεί κανείς ούτε να κινηθεί.
- Ένιωθε να ζει μέσα σε ένα ασφυκτικό οικογενειακό περιβάλλον που δεν του επέτρεπε να εκφραστεί.