συνάδω
ρήμα1. Βρίσκομαι σε συμφωνία, αρμονία ή λογική συνέπεια με κάτι άλλο (απόψεις, κανόνες, αρχές, δεδομένα).
2. (λόγιο ή αρχαιοπρεπές) Τραγουδώ ή ψάλλω μαζί με άλλους.
Συνώνυμα
ταιριάζω εναρμονίζομαι συμφωνώ συμβαδίζω αντιστοιχώ συμπίπτω προσιδιάζω συμπορεύομαι συντονίζομαι συνηχώ κολλάω κουμπώνω συμμορφώνομαι συμβιβάζομαι συμψάλλω
Αντώνυμα
αντίκειμαι αντιβαίνω αντιφάσκω προσκρούω διαφωνώ συγκρούομαι αποκλίνω παραφωνώ αντιτίθεμαι διαφέρω κλωτσάω
Παραδείγματα χρήσης
- Η στάση του κατηγορουμένου δεν συνάδει με τα όσα είχε δηλώσει στην αρχική του απολογία.
- Τα ευρήματα της νέας επιστημονικής μελέτης συνάδουν απόλυτα με τις παρατηρήσεις των ερευνητών.
- Τέτοιου είδους σχόλια δεν συνάδουν με το ήθος και το κύρος του οργανισμού μας.
- Οι αποφάσεις της διοίκησης οφείλουν να συνάδουν με το ισχύον νομικό πλαίσιο.