συνειδητοποιημένος

επίθετο

1. Αυτός που έχει βαθιά επίγνωση της πραγματικότητας, των πράξεων, των δυνατοτήτων ή των υποχρεώσεών του.

2. Αυτός που έχει διαμορφώσει ώριμη και κριτική στάση απέναντι στα κοινωνικά, πολιτικά ή ηθικά ζητήματα.

Συνώνυμα

ενσυνείδητος συνειδητός αφυπνισμένος ψαγμένος υπεύθυνος ώριμος σκεπτόμενος συγκροτημένος σώφρων διαφωτισμένος ενήμερος πληροφορημένος υποψιασμένος προβληματισμένος στοχαστικός ξυπνητός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι ένας πολύ συνειδητοποιημένος πολίτης που συμμετέχει ενεργά στα κοινά του δήμου του.
  • Οι νέοι σήμερα εμφανίζονται πιο συνειδητοποιημένοι σε ό,τι αφορά τα οικολογικά προβλήματα.
  • Πήρε μια συνειδητοποιημένη απόφαση να εγκαταλείψει την πόλη και να ζήσει στο χωριό.
  • Χρειαζόμαστε συνειδητοποιημένους καταναλωτές για να μειωθεί η περιττή σπατάλη τροφίμων.