πληροφορημένος

επίθετο

1. Αυτός που έχει λάβει γνώση ή ενημέρωση για κάποιο ζήτημα, γεγονός ή εξέλιξη.

2. Αυτός που διαθέτει σφαιρική αντίληψη, γνώση και εξειδίκευση σε έναν τομέα.

Συνώνυμα

ενημερωμένος ενήμερος κατατοπισμένος ειδοποιημένος διαφωτισμένος μυημένος προειδοποιημένος ψαγμένος γνώστης διαβασμένος υποψιασμένος ειδήμων κατηρτισμένος εξοικειωμένος

Αντώνυμα

ανενημέρωτος απληροφόρητος ακατατόπιστος ανίδεος αδιαφώτιστος αμύητος ανειδοποίητος αδαής ανυποψίαστος άσχετος

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι καλά πληροφορημένες πηγές επιβεβαίωσαν ότι επίκειται συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών.
  • Ένας πληροφορημένος πολίτης οφείλει να ελέγχει την εγκυρότητα των ειδήσεων που διαβάζει στο διαδίκτυο.
  • Δεν ήταν καθόλου πληροφορημένος για τις νέες ρυθμίσεις και βρέθηκε απροετοίμαστος στον έλεγχο.
  • Ο πληροφορημένος καταναλωτής συγκρίνει πάντα τιμές και ποιότητα πριν προχωρήσει σε αγορές.