συνεκτικότητα
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα του να συνέχονται, να συνδέονται στενά και αρμονικά τα μέρη ενός συνόλου, μιας ύλης ή μιας ομάδας.
2. Η λογική αλληλουχία, συνέπεια και σαφήνεια των νοημάτων ή των επιμέρους στοιχείων ενός κειμένου ή μιας σκέψης.
Συνώνυμα
συνοχή συνάφεια δέσιμο ενότητα αλληλουχία ομοιογένεια συνέπεια συσπείρωση σύνδεση αρμογή στερεότητα αλληλεγγύη συμπύκνωση αρμονία
Αντώνυμα
ασυνοχή ασυναρτησία διάσπαση κατακερματισμός χαλαρότητα διάλυση ασυνέχεια κατάτμηση αποδιοργάνωση ασυνέπεια
Παραδείγματα χρήσης
- Το κείμενο διακρίνεται για τη λογική συνεκτικότητα των επιχειρημάτων του.
- Η οικονομική κρίση απειλεί σοβαρά την κοινωνική συνεκτικότητα της χώρας.
- Η ομάδα κατάφερε να νικήσει χάρη στη στενή συνεκτικότητα και τη συνεργασία των παικτών.
- Η συνεκτικότητα του συγκεκριμένου υλικού εξαρτάται από τη θερμοκρασία επεξεργασίας του.