συνεσταλμένος
επίθετοΠου παρουσιάζει συγκράτηση στην έκφραση συναισθημάτων και αντιδράσεων, αποφεύγει την επίδειξη ή την προσέλκυση προσοχής και συμπεριφέρεται με μετριοπαθή, αυτοσυγκρατούμενο τρόπο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι συνεσταλμένος και δεν προσεγγίζει εύκολα νέους ανθρώπους.
- Στη συνέντευξη ήταν συνεσταλμένος, αλλά οι απαντήσεις του ήταν ουσιώδεις.
- Η νέα διακόσμηση του σαλονιού έχει συνεσταλμένους τόνους που δημιουργούν ηρεμία.
- Παρά τη χαρά της, έμεινε συνεσταλμένη και δεν έδειξε πολλά συναισθήματα.
- Ο ομιλητής φαινόταν συνεσταλμένος στην αρχή της παρουσίασης, αλλά ξεπέρασε τον δισταγμό του.