τεχνητά
επίρρημα1. Με τρόπο μη φυσικό, μέσω ανθρώπινης κατασκευής, τεχνολογικής παρέμβασης ή σύνθεσης.
2. Με προσποίηση, επιτήδευση ή έλλειψη αυθορμητισμού και ειλικρίνειας.
3. Με τρόπο πλασματικό, εικονικό ή μεθοδευμένο για να παραχθεί ένα επιθυμητό αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
συνθετικά πλασματικά ψεύτικα προσποιητά επιτηδευμένα βεβιασμένα εκβιασμένα εικονικά κατασκευασμένα εργαστηριακά μηχανικά κάλπικα σικέ επιφανειακά εξωτερικά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το φυτό αναπτύσσεται τεχνητά σε περιβάλλον θερμοκηπίου με ειδικό φωτισμό.
- Χαμογελούσε τεχνητά, κρύβοντας τη δυσαρέσκεια που ένιωθε.
- Οι τιμές των καυσίμων κρατήθηκαν τεχνητά χαμηλές μέσω κρατικών επιδοτήσεων.
- Ο ασθενής υποστηρίζεται τεχνητά με αναπνευστήρα στη μονάδα εντατικής θεραπείας.