τυφώνας
ουσιαστικό1. Εξαιρετικά βίαιο μετεωρολογικό φαινόμενο τροπικής προέλευσης με σφοδρότατους κυκλικούς ανέμους και καταρρακτώδεις βροχές.
2. Άτομο με αστείρευτη ενεργητικότητα και ορμή ή που προκαλεί μεγάλη αναστάτωση στο πέρασμά του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τυφώνας σάρωσε τις παράκτιες περιοχές, παρασύροντας στέγες και ξεριζώνοντας δέντρα.
- Οι μετεωρολόγοι προειδοποιούν ότι ο τυφώνας ενισχύεται καθώς πλησιάζει στην ενδοχώρα.
- Μπήκε στο γραφείο σαν τυφώνας, φωνάζοντας και αναστατώνοντας όλο το προσωπικό.
- Η οικονομική κρίση πέρασε σαν τυφώνας από την αγορά, σαρώνοντας εκατοντάδες επιχειρήσεις.