φθίνω
ρήμα1. Μειώνομαι ή ελαττώνομαι σταδιακά ως προς την ποσότητα, την ένταση, τον όγκο ή το μέγεθος.
2. Χάνω βαθμιαία τη δύναμη, την ισχύ, τη ζωτικότητα ή τη λάμψη μου, οδηγούμενος προς την παρακμή ή το τέλος.
Συνώνυμα
μειώνομαι ελαττώνομαι παρακμάζω λιγοστεύω εξασθενώ ατονώ σβήνω μαραζώνω αποδυναμώνομαι συρρικνώνομαι υποχωρώ καταπίπτω μαραίνομαι κοπάζω πέφτω καταλαγιάζω εκλείπω τελειώνω
Αντώνυμα
αυξάνομαι ακμάζω πληθαίνω μεγαλώνω αναπτύσσομαι ανθίζω δυναμώνω ενισχύομαι ευημερώ γιγαντώνομαι θεριεύω φουντώνω εντείνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Όσο περνούν οι μέρες, το ενδιαφέρον του κοινού για την υπόθεση φθίνει αισθητά.
- Μετά από αιώνες λαμπρής κυριαρχίας, η πανίσχυρη αυτοκρατορία άρχισε σιγά σιγά να φθίνει.
- Το φως της ημέρας έφθινε, δίνοντας σταδιακά τη θέση του στο βαθύ σκοτάδι.
- Οι σωματικές του δυνάμεις φθίνουν μέρα με τη μέρα εξαιτίας της βαριάς ασθένειας.