φιλελεύθερος

επίθετο

1. Που σχετίζεται με τον φιλελευθερισμό, προασπίζεται τις ατομικές ελευθερίες, τη δημοκρατία και την οικονομία της ελεύθερης αγοράς.

2. Που διακρίνεται από ανεκτικότητα, ευρύτητα πνεύματος και απαλλαγή από προκαταλήψεις ή αυστηρές παραδόσεις.

Συνώνυμα

ελευθερόφρων προοδευτικός ανοιχτόμυαλος ευρύνους αδογμάτιστος ανεκτικός δημοκρατικός απροκατάληπτος αντιδογματικός ανοιχτός μεταρρυθμιστικός ελευθεριακός ανεξίθρησκος νεωτεριστικός γενναιόδωρος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εξέφρασε έντονα φιλελεύθερες απόψεις για τη λειτουργία της οικονομίας και τη μείωση των φόρων.
  • Μεγάλωσε σε ένα φιλελεύθερο οικογενειακό περιβάλλον που σεβόταν απόλυτα τις επιλογές των παιδιών.
  • Οι φιλελεύθεροι βουλευτές υποστήριξαν σθεναρά τη μεταρρύθμιση για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων.
  • Παρότι κατάγεται από μια αυστηρή κοινότητα, διατηρεί ένα εξαιρετικά φιλελεύθερο πνεύμα απέναντι στις κοινωνικές αλλαγές.