φλοιός
ουσιαστικό1. Το εξωτερικό προστατευτικό στρώμα του κορμού και των κλαδιών των δέντρων ή των φυτών.
2. Η εξωτερική επικάλυψη καρπών, φρούτων ή άλλων οργανικών και ανόργανων σωμάτων.
3. Το επιφανειακό στερεό στρώμα ουράνιου σώματος, ιδιαίτερα της Γης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τραχύς φλοιός του πεύκου ήταν γεμάτος κολλώδες ρετσίνι.
- Ο γήινος φλοιός διασπάται σε τεκτονικές πλάκες που μετακινούνται αργά αλλά σταθερά.
- Οι γιατροί εντόπισαν μια μικρή βλάβη στον εγκεφαλικό φλοιό του ασθενούς.
- Δεν πρέπει να μένεις στον φλοιό των προβλημάτων, αλλά να αναζητάς την ουσία τους.