ψίχα

ουσιαστικό

1. Το μαλακό εσωτερικό μέρος του ψωμιού, σε αντίθεση με την κόρα.

2. Το βρώσιμο εσωτερικό του καρπού με σκληρό περίβλημα (π.χ. καρυδιού, αμυγδάλου).

3. Πολύ μικρό κομμάτι, ελάχιστη ποσότητα ή ίχνος από κάτι.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

κόρα κρούστα κέλυφος τσόφλι φλούδα περικάρπιο εξωτερικό επιφάνεια ολότητα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αφαίρεσε την ψίχα από το μπαγιάτικο ψωμί για να τη μουσκέψει και να φτιάξει κεφτέδες.
  • Για το γλυκό θα χρειαστείς διακόσια γραμμάρια ψίχα από καρύδια και αμύγδαλα.
  • Δεν του έχει απομείνει ούτε ψίχα αξιοπρέπειας με αυτά που κάνει.
  • Τον πόνεσε βαθιά στην ψίχα του το παράπονο του μικρού παιδιού.