σπλάχνο

ουσιαστικό

1. Εσωτερικό όργανο του σώματος ανθρώπου ή ζώου, κυρίως της θωρακικής ή κοιλιακής κοιλότητας (συχνά στον πληθυντικό: εντόσθια).

2. (μεταφορικά) Το παιδί, ο απόγονος σε σχέση με τους γονείς του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ένιωσε ένα παγωμένο ρίγος να διαπερνά τα σπλάχνα του μόλις αντίκρισε τον κίνδυνο.
  • Καμία μάνα δεν μπορεί να απαρνηθεί το ίδιο της το σπλάχνο, ό,τι λάθος κι αν έχει κάνει.
  • Οι μεταλλωρύχοι κατέβαιναν καθημερινά στα βαθιά σπλάχνα του βουνού.
  • Δεν έχει στάλα σπλάχνο μέσα του για τους ανθρώπους που υποφέρουν.